Καλά χριστούγεννα – Ευτυχισμένο το νέο έτος

Ο Πολιτιστικός μας Σύλλογος, σας εύχεται ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΑ
ΚΙ ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ ΤΟ ΝΕΟ ΕΤΟΣ

013

Το Χριστουγεννιάτικο ποδήλατο.

Tο ποδήλατο ήταν όμορφο και ολοκαίνουργιο. Ήταν κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο και είχε τα ονόματα των δύο μου αδερφών κοριτσιών, του αδερφού μου και του εαυτού μου επάνω του. Δε βλέπαμε τίποτα άλλο. Ήμουν εννιά χρόνων και δεν μπορούσα να το πιστέψω.

Η χρονιά ήταν το 1940 και για μας, όπως και για τόσους άλλους ανθρώπους το Μεγάλο Κραχ δεν είχε περάσει ακόμα. Κι έτσι το δώρο ήταν σχεδόν πέρα από τη φαντασία μας. Ένας φίλος της μαμάς και του μπαμπά μας το είχε δώσει και εμείς είχαμε ξετρελαθεί. Το καβαλούσαμε, ανεβαίναμε επάνω του, χορεύαμε γύρω του– και οι τέσσερις μας προσπαθούσαμε να το τρέξουμε μέσα από το καθιστικό την ίδια στιγμή. Το χιόνι δεν είχε αρχίσει να πέφτει ακόμα εκείνο το χρόνο και όλο το πρωί το καβαλούσαμε πάνω κάτω στο δρόμο, κυριολεκτικά και οι τέσσερις μας επάνω του.

Το μεσημέρι της Μέρας των Χριστουγέννων, ήμασταν ανυπόμονοι να το δείξουμε στον παππού. Ο παππούς και η γιαγιά θα ερχόταν για το Χριστουγεννιάτικο δείπνο με το λεωφορείο. Κάποτε ήταν ένας καιρός παλιά, δώδεκα χρόνια πριν, όταν αυτοί είχαν υπηρέτες και έναν σοφέρ και δύο μεγάλα σπίτια και αυτοκίνητα. Το Κραχ τα πήρε όλα, οι υποθήκες έγιναν κατασχέσεις και τελικά ήμασταν δέκα από μας σε ένα μικρό σπίτι χωρίς χρήματα.

Ο παππούς ήταν ένα πολύ περήφανος άνθρωπος. Κάποτε ήταν κυβερνήτης της Μασαχουσέτης, Πρόεδρος της Συνταγματικής Επιτροπής της και τώρα ήταν άφραγκος. Ήταν γύρω στα 70 του, και πολύ περήφανος, όμως αυτή τη μέρα ακόμα και το εισιτήριο του λεωφορείου ήταν δανεισμένο.

«Έρχονται–έρχονται!» φώναξαν οι δύο αδερφές μου, βλέποντας τα δύο άτομα να βγαίνουν από το λεωφορείο.

Ήμασταν έτοιμοι να τρέξουμε έξω με το καινούργιο μας ποδήλατο όταν ο αδερφός μου μου φώναξε, «Κρύψε το ποδήλατο, γρήγορα,» δεν κατάλαβα. Έπειτα , κοιτώντας έξω από το παράθυρο, είδα τον παππού να τσουλάει ένα ποδήλατο–ξεφτισμένο, λυγισμένο, χτυπημένο, όμως φρέσκο και άσχημα βαμμένο φανταχτερό κόκκινο.

Ο παππούς χαμογελούσε. Ήταν το μεγαλύτερο χαμόγελο που είχα δει για χρόνια. Ο παππούς περπατούσε ψηλός σα να έδειχνε ένα βραβευμένο άλογο ιπποδρόμου. Οι τέσσερίς μας κοιτάξαμε ο ένας τον άλλον και ο αδερφός μου, χωρίς να πει άλλη κουβέντα, γρήγορα κουβάλησε το νέο ποδήλατο του πρωινού κάτω στο υπόγειο. Έπειτα τρέξαμε για να τον καλωσορίσουμε.

«Μαντέψτε για ποιον είναι αυτό; είπε ο παππούς, με το στήθος του να φουσκώνει σαν ένα περήφανο παγώνι. «Δεν είναι και το πιο δυνατό, όμως …»

«Μας αρέσει, παππού! Φώναξε ο αδερφός μου, χαδεύοντας με τα δάχτυλά του τις λαβές του τιμονιού από σκουριασμένο χρώμιο.

Είναι το καλύτερο Χριστουγεννιάτικο δώρο που είχαμε ποτέ!» συνέχισαν οι αδερφές μου, γεμίζοντας τον παππού και τη γιαγιά με αγκαλιές και φιλιά.

Το καβαλήσαμε και ξανά και οι τέσσερίς μας προσπαθούσαμε να ανεβούμε για να το τρέξουμε. Η μπροστινή ρόδα ξεφούσκωσε. Την ξαναφουσκώσαμε. Αργότερα μάθαμε ότι ο παππούς είχε πάει στο Στρατό της Σωτηρίας, πλήρωσε μερικές δεκάρες για το παλιό ποδήλατο, το πήρε σπίτι, το έφτιαξε όσο καλύτερα μπορούσε, και μετά το έβαψε φανταχτερό κόκκινο.

Καβαλούσαμε μόνο το ξεχαρβαλωμένο ποδήλατο όσο καιρό ο παππούς και η γιαγιά ήταν εκεί. Και αυτοί δεν έφυγαν από το προαύλιο εκείνο το απόγευμα. Ο παππούς στεκόταν εκεί ακούραστος βλέποντάς μας να τρέχουμε πίσω μπρος πάνω στο ασταθές ποδήλατο. Και ξέρω τώρα ότι αυτό ήταν το καλύτερο δώρο που θα μπορούσαμε να είχαμε δώσει στον παππού. Γιατί ποτέ δεν φαινόταν ψηλότερος ή πιο περήφανος από ότι όταν έσκυψε κάτω για να πάρει ένα μαντήλι από την τσέπη της ποδιάς της γιαγιάς και ήσυχα σκούπισε τα μάτια του.

Share This:

Αφήστε μια απάντηση

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης. Με τη χρήση της αποδέχεστε αυτόματα την χρήση των cookies. Πληροφορίες

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close