Νεοκλής Σαρρής

ο αγωνιστής του Ελληνισμού Νεοκλής Σαρρής.

ΣΑΡΡΗΣ ΝΕΟΚΛΗΣΗ πρόσφατη κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας νοτίως της Κύπρου και η προκλητική απόφαση της Άγκυρας –πέραν κάθε εννοίας διεθνούς δικαίου– να εδραιώσει την παρουσία της στην κυπριακή ΑΟΖ επαναφέρουν στη μνήμη μας τον καταγγελτικό λόγο του για την υποτέλεια της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στα εθνικά ζητήματα.

«Αυτή η υποτέλεια ελαύνεται από ένα φόβο που έχουν δημιουργήσει οι Τούρκοι στο όνομα μιας εξευτελιστικής λογικής», υπογράμμιζε ο Νεοκλής Σαρρής, απευθυνόμενος –φευ– εις ώτα μη ακουόντων.

Αφιερωμένο με πολλή αγάπη στον μεγάλο εκείνο άντρα

ΥΜΝΟς
ΣΤΟΝ « ΚΛΕΟΜΕΝΗ»

Πώς να σου πλέξω ο φτωχός, το δάφνινο στεφάνι
να πω το καλώς όρισες, στην άδεια μου καλύβα
φοβάμαι από κακοτεχνιά , μη λύπηση σου δώσω.
Συγχώρησε τα λάθη μου, κι όλες τις παραλείψεις
αδύναμος, δεν το μπορώ να σε ακολουθήσω.

Ξεχύνεσαι σαν χείμαρρος, μαστιγοφόρος Αίας
τα πτώματα και τη βρωμιά, σε βράχους τ’αποβράζεις,
να βγει ο ήλιος μάρτυρας, τους γύπες να καλέσει
τη δυσοσμία της ψευτιάς, καλά να καθαρίσουν…
Έπειτα σε βαθύρεμο, γκρεμό πετροχτυπιέσαι
αφρίζοντας και η οργή, τα στήθη σου, ανταριάζει.

Ξέρεις πως την πατρίδα σου, ΝΑΝΟΙ την διοικούνε
χαφιέδες και δωσίλογοι, Γραικύλοι, τυχοδιώκτες.
Ακούς τους θρήνους π’ αντηχούν, του πόνου το τσεκούρι
βλέπεις διωγμούς κατατρεγμούς, τ’ άδικο να χορεύει
όμως κανείς δε νοιάζεται, για τον χαμό του γένους.
ΟΙ τυμβωρύχοι έπιασαν δουλειά κι όλο ξεθάβουν
τα ιερά μας λείψανα και στα σκυλιά τα ρίχνουν.

Και συ σαστίζεις, έλεος! φωνάζεις μα κανένας,
οι ΝΑΝΟΙ σε βαφτίσανε σου κρέμασαν ταμπέλα.
-Βγάλ’ το σκασμό και μη μιλάς, για χάριν της «φιλίας»
κορώνες εθνικιστικές, εκθέτουν το λαό μας…

Ένα πλατύ χαμόγελο, το πρόσωπο φωτίζει
και η θλίψη αχνοκρέμεται, στην άκρη των ματιών σου.

Πολεμιστή που να σταθώ, τραγούδι να κεντήσω
την καταιγίδα της ψυχής, με ξόρκια να δαμάσω
σε πετρονυχτολούλουδο, το κουρασμένο σώμα
αύρες να τ’ αγκαλιάσουνε, ύπνο να του χαρίσουν…
Άγριο άτι, κάλπαζε και κάτω απ’ τις οπλές σου
την ύβρη και την ατιμιά, διπλοσυνεθλιψέ τες.

Παρακαλώ σε, μια στιγμή το βλοσυρό σου βλέμμα
ρίξε στην έρμη Μάννα μας, την μαντιλοφορούσα
πόσα καρφιά στο σώμα της, έχουν με μίσος μπήξει
στα στήθη κοφτερά σπαθιά, άλυσο στο λαιμό της
μα όρθια στέκει αγέρωχη, μετράει τα παιδιά της.
Δεν της απόμειναν πολλά, ετούτο το γνωρίζει
τα σκόρπησαν στην ξενητειά, στις φυλακές του κόσμου…
Τα λίγα που απόμειναν, αφιόνι τα ποτίσαν
και της Ανάγκης έγιναν, άβουλα δουλικά της…

Διαφύλαξε όσο μπορείς, αιώνων θησαυρούς μας
τα μολυσμένα χέρια τους, απλώνουν να αρπάξουν.
Μονάχος, σαν τον Διγενή, κράτα όσο αντέχεις
και σαν θα έρθει η στιγμή, θανατηφόρας μάχης
βγάλε πολεμική κραυγή, κοντά σου θε να τρέξω
το θάνατο να μοιραστώ, λίγο πριν δύσει ο ήλιος…

ΤΑΚΙς ΤΖΙΒΑς

Share This:

Αφήστε μια απάντηση

Η ιστοσελίδα χρησιμοποιεί cookies για την ευκολία της περιήγησης. Με τη χρήση της αποδέχεστε αυτόματα την χρήση των cookies. Πληροφορίες

The cookie settings on this website are set to "allow cookies" to give you the best browsing experience possible. If you continue to use this website without changing your cookie settings or you click "Accept" below then you are consenting to this.

Close